Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΦΥΓΕ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

Εφυγε χθες από κοντά μας ο Χωραϊτης συγγραφέας και ιστοριοδίφης Ιάκωβος Εμμ. Καμπανέλλης. Επί χρόνια συνεργάτης της "Κυκλαδικής" έχει δώσει κείμενα, πραγματικά διαμάντια σχετικά με τις μικρές ιστορίες που βρίσκονται υπό την σκιάν της Ιστορίας του νησιού.
Επίσης έχει γράψει και πολλά βιβλία για τους Ιερούς Ναούς και τις Μονές της Παροναξίας, για ιστορικες μορφές της τοπικής μας εκκλησιαστικής ιστορίας και γεγονότα που σημάδεψαν την Ιστορία του νησιού.
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης του Εμμανουήλ γεννήθηκε το 1917 και απεβίωσε χθες 26 Σεπτεμβρίου, στις 21:10 στο Νοσοκομείο Νάξου.


Από τους πλέον γνωστούς Χωραΐτες ο υπερήλικας «κύριος Ιάκωβος», όπως όλοι στη Νάξο και την εφημερίδα μας τον προσφωνούσαμε, που με τα εμπεριστατωμένα δημοσιεύματά του, επί σειρά ετών, στην εφημερίδα μας έδωσε άλλη διάσταση σε γεγονότα θρησκευτικού χαρακτήρα και περιεχομένου που έλαβαν κατά καιρούς χώρα στο νησί μας.
Πλούσιο το αρχείο του εκλιπόντος σε ό,τι αφορά σε θέματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συγκεκριμένα του Ιερού ναού Ζωοδόχου Πηγής Πόλεως Νάξου. Και το γεγονός αυτό υποδηλώνει την μεγάλη του αφοσίωση και πραγματική λατρεία στην Ορθόδοξη Πίστη, στον τόπο του και τον εν λόγω ιερό ναό της πόλεως Νάξου. Για τα θρησκευτικά ήθη και έθιμα και τις λατρευτικές συνήθειες της Νάξου πλούσιο το συγγραφικό του έργο.
Γόνος της γνωστής και προσφιλούς σε όλους τους Ναξίους οικογένειας των «Καμπανέληδων» - και εξάδελφος του εκ των κορυφαίων θεατρικών συγγραφέων Ιάκωβου Στεφάνου Καμπανέλλη, του γνωστού ηθοποιού Γεώργιου Στεφάνου Καμπανέλλη - ο «κύριος Ιάκωβος» αγαπήθηκε από την συντριπτική πλειονότητα των συντοπιτών μας. Αγαπήθηκε για τον αψεγάδιαστο χαρακτήρα και την συμπεριφορά του.
Τις τελευταίες ημέρες, ο 94χρονος Ιάκωβος Καμπανέλλης είχε εισαχθεί στο Κ.Υ.-Νοσοκομείο Νάξου με την συνολική εικόνα της υγείας του όχι καλή. Οι δυνάμεις του, κατά γενική ομολογία, τον είχαν εγκαταλείψει. Ο λαός της Νάξου και όλοι όσοι τον γνώρισαν, τον αγάπησαν και τούτο διότι εkτίμησαν τον εν γένει υποδειγματικό τρόπο ζωής του. Πρόκειται για μία μεγάλη απώλεια ακόμη ενός ανθρώπου του πνεύματος που υπηρέτησε τη Νάξο με όλη την δύναμη της ψυχής του και της πένας του.
Καλό ταξίδι "Κύριε Ιάκωβε", θα σε αποχαιρετίσουμε με ένα δικό σου κείμενο, μέσα από τα "Χρονικά" όπου αναφέρεσαι στη Χώρα της Νάξου που πια αδυνατούμε να ονειρευτούμε ή να "αγγίξουμε" ακόμη και σαν ανάμνηση:
"Στο σημερινό μου σημείωμα θα αναφερθώ εις το εσωτερικό της Χώρας στα χρόνια που η ζωή ήτο προβληματική και η βιοπάλη των κατοίκων της σκληρή και αθεράπευτος.
Είναι πραγματικότης ότι στα χρόνια που αναφέρομαι η Χώρα είχε εργατικά χέρια φαμελιτάδων με αρκετά παιδιά και ο ημερήσιος μόχθος ήτο βαρύς και δυσβάστακτος δια την εξοικονόμιση του επιουσίου.
Αντιθέτως οι αριστοκράτες των συνοικιών του Κάστρου και του Μπούργου μπορούσαν να ζουν ανέτως και άνευ ουδενός προβλήματος διότι ο οικογενειακός προϋπολογισμός αδιαφορούσε δια κάθε επιπρόσθετο και παράλογο πολλάκις δαπάνη.
 Το ενεργητικό του οικογενειακού των προϋπολογισμού κατέγραφε ικανοποιητικά έσοδα εκ της αγροτικής ή επαγγελματικής των απασχολήσεως, ενώ αντιθέτως οι βιοπαλαισταί ψευτοζούσαν από ανεπάρκεια αγαθών….
Τουναντίον οι αφεντάδες γαιοκτήμονες της νήσου ζούσαν επί πολυτελών κατοικιών της πόλης απολαμβάνοντες ακοπίαστα και ανέμελα, γεμίζοντας τα κελάρια των σπιτιών τους με πλούσια αγαθά, που συνήθως περίσσευαν και επαρκούσαν να χορτάσουν αρκετά στόματα της φτωχικής συνοικίας, που ασφυκτικά περίζωνε τα σπίτια που έκλειναν μια πλουσιοπάροχη και απολαυστική ζωή….
Στα χρόνια μάλιστα του Τιμαριοτισμού και της επιβληθείσης Φεουδαλικής πολιτείας, απελάμβαναν τα προϊόντα των ανύπαρκτων ιδιοκτησιών των, θερίζοντας εκεί που ποτέ δεν έσπειραν και αποκομίζοντας τους καρπούς των δένδρων που ποτέ δεν εφύτευσαν….
Οι εργαζόμενοι χειρονακτες στους αφεντάδες, δεν είχον ουδεμία προστασία ή περίθαλψη, όταν τα χρόνια του μόχθου και της σκληρής βιοπάλης τους καθίστον ανίκανους προς εργασία. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την τότε τάξη των ναυτεργατών και των ψαράδων του λιμανιού, τα πληρώματα των ιστιοφόρων, τους φορτοεκφορτωτές, να ζουν και γηράσκουν στη φτώχεια, αυτοί και οι οικογένειές τους, και όταν πέθαιναν, οι ζώντες οι περιλειπόμενοι να τους βγάζουν δίσκο επαιτείας δια να καλύψουν τα απαραίτητα έξοδα μιας φτωχής και άσημης εκφοράς….
Τότε υπήρχε το δημοτικό φέρετρο δια τους οικονομικά αναξιοπαθούντας κατοίκους, που φυλάσσονταν στο κοιμητήριο της πόλεως, δια να χρησιμοποιηθεί μεταφέροντας το νεκρό από το σπίτι του στην τελευταία του κατοικία…
Οι χαρές και οι διασκεδάσεις του σύγχρονου σημερινού πολιτισμού ήσαν τότε κατ’ουσίαν ανύπαρκται.
Οι διασκεδάσεις τότε γυρόφερναν μόνον στις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα με την συμμετοχή του γνωστού τότε γραμοφώνου το οποίον έδιδε τον μουσικό τόνο και αναψυχή, στους μουσόφιλους διασκεδαστές….
Την παρατεταμένη μονοτονία τάραζε κάπου- κάπου η παρουσία του θεάτρου σκιών (καραγκιόζη) ή του Φασουλή που και αυτοί ξέπεφταν στο νησί, αφού εξαντλούσαν το ρεπερτόριο τους αλλού και που τότε ενθυμούντο τα απόκεντρα επαρχιακά μικρόνησα για να οικονομίσουν τις δύσκολες ημέρες της θεατρικής ανεργίας….
Εκτός της πόλεως περιόδευαν και στις αγροτικές της νήσου περιοχές και που εκεί το αντίτιμο του εισιτηρίου αντικαθίστατο με αγροτικά προϊόντα που υπήρχον στο αγροτόσπιτο, για να μπορέσει ο αγρότης θεατής να απολαύσει το περιοδεύον θεατρικό συγκρότημα….που ίσως για πρώτη φορά επισκέπτονταν το χωριό του….
Είναι γεγονός ότι οι καιροί στα χρόνια εκείνα ήσαν δύσκολοι, λες και ο Θεός είχε ξεχάσει τους ανθρώπους, ή άνθρωποι είχαν ξεχάσει το Θεό….
Οι γεροντότεροι ισχυρίζονταν ότι μια φορά κι ένα καιρό υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί αλλά ταυτόχρονα ευτυχισμένοι και δυστυχισμένοι καθώς έλεγαν….
Και ενώ οι μέρες πέρναγαν πεζά, οι μήνες, οι μέρες, τα χρόνια, έφευγαν σαν διαβατάρικα πουλιά που στην προσμονή τους οι άνθρωποι προσδοκούσαν χαρά και ευτυχία, ενώ δυστυχώς όταν αυτά επανέρχονταν επρόκειτο να θερίσουν δάκρυα….
Όταν το σούρουπο έπεφτε σιωπηλό και οι ίσκιοι της νύκτας περπατούσαν στις καμαροσκεπείς απόμακρες γωνιές των στενών δρομίσκων της παλιάς πόλης κάπου τότε στο σύνορο της ημέρας με τη νύκτα άρχιζε να καταπαύει η ένταση και οδοιπορία του κοπιαστή μεροκαματιάρη, που γύριζε στο χώρο της οικογενειακής του ησυχίας και ανάπαυσης.
Ακριβώς τότε άρχιζε να κυριαρχεί η αρμονία της σιωπής και της ειρήνης στον ψυχικό του κόσμο….
Το βραδυνό σκοτάδι έπεφτε απαλό πάνω στην μικρή νησιώτικια πολιτεία και τα πρώτα πετρελαιοφώτιστα δημοτικά φανάρια των συνοικιακών δρόμων φώτιζαν από νωρίς τα πλακόστρωτα καλτερίμια των στενόδρομων….
Τα καμαροσκεπή σκεπαστά των δρόμων σκοτείνιαζαν περισσότερο από τις καμάρες που και αυτές είχαν κατασκευασθεί σκόπιμα για την αμυντική προστασία των συχνών πειρατικών επιδρομών.
Η πειρατία μάστιζε τα νησιά και οι πολύστροφοι αυτοί δρομίσκοι ήταν άγνωστο εις τους επιδρομείς εάν είχον διέξοδο στην επόμενη άκρη….
Στους χρόνους που ιστορούνται πίστευαν πως μόνον στην καθαρότητα της συνείδησης είναι δυνατόν ο άνθρωπος να γίνει….πραγματικός άνθρωπος….
Οι σχέσεις των ανθρώπων συνηθίζονταν τότε και οι κλειστές θύρες ξαμπάρωναν για να δεχθούν τους ανθρώπους της γειτονιάς να περάσουν τις λίγες βραδυνές ώρες κουβεντιάζοντας τα γεγονότα της ημέρας ή λέγοντας, οι γεροντότεροι, μακρόσυρτα παραμύθια ή άλλες παλιές ιστορίες, που οι ακροαταί άκουγαν θαυμάζοντας τους ήρωες που μπλέκονταν στις φανταστικές διηγήσεις των παραμυθάδων αφηγητών….
Μοναδικός τόπος επαφής των κατοίκων το καφενείο. Τότε βλέπεις, δεν υπήρχε το φακελάκι του «Λουμίδι» με τον γνήσιο φρεσκοκομμένο καφέ και έτσι ο φαμελίτης βιοπαλαιστής, λάτρης της γνήσιας καφεϊνης, κατηφόριζε στο παραλιακό καφενέ δια να απολαύσει καπνίζοντας το τσιγάρο του, ή τον αργιλέ του καφενείου, το γνήσιο φρεσκοκομμένο στο καρβουντιστήρι καφέ και να κουβεντιάσει με το συνάφι του τα επαγγελματικά του ή και να πληροφορηθεί τα διατρέχοντα στην μικρή επαρχιακή του πόλη….
Όσοι μάλιστα γνώριζαν γράμματα διάβαζαν την εφημερίδα του καφενείου δια να πληροφορηθούν τα συμβαίνοντα και πέραν της επαρχιακής των πόλεως…..
Στα παραλιακά αυτά καφενεία οι απόμαχοι ναυτικοί ρουφούσαν νωχελικά τον καφέ τους, ενώ ταυτόχρονα έβλεπαν την αγαπημένη τους θάλασσα και να πραγματοποιήσουν φανταστικά ταξίδια της νεανικής των ζωής και που ξυπνώντας ύστερα στην πραγματικότητα βρίσκονταν ανέμελα καθισμένοι στο κάθισμα που είχαν αναπαυτικά θρονιαστεί προ ολίγου….
Τότε υπήρχε διακριτική η παρουσία των κοινωνικών τάξεων. Η πόλη τότε αριθμούσε δύο έως διόμισυ χιλιάδες κατοίκους. Στην πρώτη κοινωνική τάξη ανήκουν οι Αφεντάδες και οι Τσιφλικάδες που έκτιζαν ή κληρονομούσαν αρχοντικά γεμάτα με αγαθά της σύγχρονης εποχής. Και ενώ έζον πλουσία ζωή, φοβόνταν τη φτώχεια και έκλειναν τις πόρτες τους, αφήνοντας απ’εξω την δυστυχία να τουρτουρίζει από το χειμωνιάτικο ξεροβόρι, αν και φοβόνταν τον θάνατο, σκέπτονταν και ενήργουν σαν να μην επρόκειτο να πεθάνουν…ποτέ.
Στην δεύτερη κατηγορία αριθμούνται οι άνθρωποι που εξοικονομούσαν το καθημερινό τους και ζούσαν σχετικά όχι με απόλυτη οικονομική ελευθερία και που κάθε νύκτα στον ύπνο τους σκέπτονταν το αύριο….  
       Στην τρίτη ανήκον άνθρωποι που πάντοτε ανυπόδητοι και στερούμενοι, προσπαθούσαν από τα «θελήματα» που προσέφερον ή το ψάρεμα και την ναυτολόγηση στα ιστιοφόρα του λιμανιού να χορτάσουν τα πάντοτε στερημένα στόματα της πολυμελούς οικογενείας των….
Τα χρόνια εκείνα στο βραδινό στερέωμα κυριαρχούσε η λάμπα του πετρελαίου στα σπίτια και τα «Φανάρια» του κοινοτικού φωτισμού στα στενοσόκακα της μικρής πόλης….
Όλη η επαγγελματική δραστηριότης περιστρέφεται γύρω από το λιμάνι, που αποτελούσε τον προθάλαμο του εμπορίου και της διακίνησης των επιβατών.
Εκεί εδραστηριοποιούντο τα περισσότερα επαγγέλματα και από εκεί συνετηρούντο, κατά πλειονότητα, οι κάτοικοι της περιοχής.
Εάν ο ερευνητής αναφερθεί στο οικοδομικό σύστημα δομής της πόλεως που επί ικανά έτη ίσταται απέναντι στο τρικυμισμένο πέλαγος του Αιγαίου, θα παρατηρήσει ότι οι δρόμοι ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες του λόφου επάνω στον οποίο έχει η πόλις οικοδομηθεί και ότι υπάρχουν κάθετοι προς αυτές που οδηγούν προς το κάστρο. Ο χώρος του Κάστρου ανεπαρκής σε έκταση, δια να χωρέσει τις κατοικίες των Ενετών των χρόνων εκείνων, που ξενόφερτοι έφθασαν από τη Δύση και κατέφυγαν εκεί δια προσωπικήν των ασφάλεια.
Στο αναχείρας σημείωμα ευλπιστώ ότι προσέφερα ικανά από την κοινωνική ζωή της παρελθούσης αυτής εποχής και τις οποίας τα οικοδομικά απομεινάρια στέκονται μέχρι σήμερον, επαληθεύοντας τα όσα εγράφησαν ανωτέρω.
Τα χρόνια αυτά έφυγαν και η σκιά της παλαιάς πόλεως τώρα σκορπίζει μία βιβλική γαλήνη και από υψηλά κατέρχεται απ’ τους γαλάζιους καταρράκτες του ουρανού ένα λεπτό αραχνοϋφαντο φως που επαναφέρει στην μνήμη τας παλαιάς εκείνας ημέρας και παραδίδει άφθαρτη την παρουσία στους επερχόμενους χρόνους, την γραφική πρωτεύουσα της παντοφόρου και μεγαλόπρεπης νήσου του Κυκλαδικού πολύνησου….
Όποιος έζησε τότε στην όμορφη αυτή μικρή πολιτεία θα ενθυμείτο επ’αρκετόν χρόνον το ασημένιο φως της καθάριας φύσης και την χρυσοπόρφυρο δύση, όταν ο αρμητηλάτης ήλιος, έγερνε κατά τις μαρμάρινες βουνοπλαγιές της γειτονικής Πάρου που τότε το λευκό βάφεται ρόδινο, κι ύστερα πορφυρό, δυνατό πορτοκαλί, μοβ….και εδώ στην μνήμη του γράφοντος έρχονται οι στίχοι Ναξίας ποιητρίας που προς ετών διάβασε σε τοπική εφημερίδα:
«Μελαγχολώ το δειλινό παρά την ομορφιά του
δεν με γελούν τα χρώματα της δύσης τα λαμπρά
είναι αυτή η ομορφιά αναλαμπή θανάτου
που σίγουρα ανελέητα στην νύκτα οδηγά».
ΙΑΚΩΒΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου