Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΚΑΪΚΙΑ

Τα παλιά μικρά μεταφορικά καϊκάκια (βαρκαλάδες Περάματα και τρεχαντήρια) που πολλά πριν χρόνια έκαναν μεταφορές και εμπόριο στα διάφορα λιμάνια μας. Μετέφεραν πατάτες, κρομμύδια, λάδια, καρπούζια, πεπόνια, πυθάρια, κανάτες, στάμνες και κάθε λογής εμπορεύματα.
Αυτά τα καϊκια στόλιζαν το λιμάνι μας και θυμάμαι τον «Βαρκαλά» του Κώστα Βαλέττα, το «Μπότης» του Πρίντεζη το «Μπεμπέκα» του Τζαννίνη το «Γεωργία» του Δημήτρη και του Χρυσόστομου Βερύκκοκου το «Βρέμη» και μετά το «Νικόλαος» του Παντελή Στάη ο «Νικόλαος» του Πανάγου Σύκαλου, το «Μυρτιδιώτισσα» του Ρούσσου Μετζητάκου, ο «Άγιος Νικόλαος» του Λαγού το «Πίτσα» ενός Απολλωνιάτη και το «Γονινός» από τη Σάμο κάθε εβδομάδα έφερνε λάδια και φόρτωνε από εδώ πατάτες και κρεμύδια. Αυτά τα καϊκάκια διέθεταν έμπειρους καπετάνιους και μηχανικούς, αναφέρω αρκετούς από αυτούς όπως ο Παντελής Στάης (Βαρελάκης) ο Γιώργος Φραγκουδάκης, ο Δημήτρης Χάμπας, ο Ρούσσος Μετζητάκος, ο Αντώνης Αρμαδώρος, ο Μιχαλιός και Γιάννης Καρδιόλακας, ο Δημήτρης και Χρυσόστομος Βερύκκοκος, ο Αντώνης Αλιφραγκής (Βούτιρος), ο Γιώργος και Γιάννης Κονδύλης, ο Σίμος Κάρλοβιτς, ο Παναγής Σύκαλος, ο Παναγιώτης Περιστεράκης (Μπάμπουρας), ο Λευτέρης Χαμπίμπης, ο Ιορδάνης Φουτάκογλου και με δεκάδες πληρώματα ναύτες ζυμωμένους με την αλμύρα. Όλοι αυτοί ταξίδευαν σε μακρινές θάλασσες με οδηγό τα αστέρια τραβέρσο πάνω στον καιρό χωρίς ραντάρ και όργανα πλοήγησης οδηγούσαν τα σκάφη τους ακριβώς στο λιμάνι της επιλογής τους. Ο καπετάνιος κρατούσε το τιμόνι σε όλη την πολύωρη διάρκεια του ταξιδιού πολλές φορές εκτεθειμένος να βρέχεται από τα άγρια κύματα και να προστατεύεται από τη μουσαμαδιά και για το κρύο από την μπατανία (χονδρό μάλλινο κλινοσκέπασμα). Η ταχύτητα του καϊκιού ήταν μικρή και παρακαλούσαν να έχει αέρα να σηκώνουν πανιά ώστε να πηγαίνουν ακόμη γρηγορότερα. Όταν έμπαιναν στο λιμάνι έκαναν διάφορους ελιγμούς ανάλογα με τον καιρό. Από τα σπίτια τους έλειπαν βδομάδες και δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα ή κομπιούτερ όπως σήμερα και η επικοινωνία με τους δικούς τους ήταν αδύνατη. Κάποιος φίλος μου είπε για τον πατέρα του τον καπετάν Γιώργη Φραγκουδάκη (Σίλιβρα). Είχαν φύγει με το καϊκι τους φορτωμένοι πατάτες και κρεμμύδια να πάνε στη Σάμο και σε μία εβδομάδα θα είχαν επιστρέψει. Τα δελτία καιρού τότε δεν ήταν τόσο ενημερωτικά, στην πορεία τους έπιασε μεγάλη κακοκαιρία, βρήκαν καταφύγιο σε ένα έρημο κάβο και περίμεναν να κοπάσει η θάλασσα. Όμως κράτησε περίπου δύο μήνες και με τις οικογένειές τους να μην έχουν καμιά επαφή, έτρωγαν πατάτες κρεμμύδια που ευτυχώς υπήρχαν και έπιναν λίγο νερό. Οι δικοί τους είχαν χάσει την ελπίδα τους. Η μαμά μου, μου λέει ο φίλος ήταν έτοιμη να φορέσει μαύρα, όταν ένα απόγευμα στους δύο μήνες δόξα το Θεό το καϊκι με τον πατέρα μου έμπαινε ταλαιπωρημένο στο λιμάνι μας.
Ο Ρούσσος Μετζητάκος είχε αγοράσει το καϊκι «Κέρβερος» από το Νίκο Κατσαγάνη, αμέσως όμως άλλαξε το όνομά του και το έβγαλε «Μυρτιδιώτισσα». Έτρεφε μεγάλη αγάπη στο εκκλησάκι της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας και πρόσφερε μεγάλες βοήθειες με δικά του χρήματα και προσωπική εργασία. Διαμόρφωσε το προαύλιό της που όλοι εμείς σήμερα καμαρώνουμε. Ο καπετάν Ρούσσος ήταν άνθρωπος ντόμπρος και ριψοκίνδυνος, ταξίδευε πολλές φορές πάνω και από 8 μποφόρ, έκανε μεταφορές και εμπόριο στα Δωδεκάνησα, και σε άλλα νησιά. Πήγαινε στο Κερατσίνι και άραζε στην ψαρόσκαλα. Μια φορά με θύελλα 9 μποφόρ έξω από τη Τζιά του έσπασε και έφυγε το τιμόνι του, όμως θαλασσόλυκος που ήταν έδεσε πίσω βαρέλια και με το σκοινί τα γύριζε και τιμόνευε το καϊκι του και το οδήγησε με ασφάλεια στο λιμάνι. Χρειάζονται αμέτρητες σελίδες για να γράψω τις ιστορίες, τα βάσανα και τις περιπέτειες αυτών όλων των ανθρώπων. Όταν έφταναν όμως στο λιμάνι τα ξεχνούσαν όλα, ήταν με το χαμόγελο και πρώτα πήγαιναν στην ταβέρνα έβλεπαν τους φίλους μάθαιναν τα νέα και μετά τραβούσαν για τα σπίτια τους. Τώρα ο Θεός αυτούς που έχει κοντά του ας τους ταξιδεύει πάντα στα γαλήνια νερά του, που εδώ στη γη τις περισσότερες φορές δε βρήκαν.
Μανώλης Κ. Βιλαντώνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου