Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο διήγημα Η ΒΑΡΚΑ ΜΑΣ



Παιδιά ψαράδων ο ξάδελφος μου κι εγώ .Αγαπούσαμε το ψάρεμα και τη θάλασσα και είχαμε συνεταιρικά μια ερασιτεχνική βάρκα .Η τελευταία βάρκα που αγοράσαμε ήταν μια Σαμιώτικια έξι (6) μέτρα και την είχαμε για πολλά χρόνια. Την αγαπήσαμε γιατί ήταν ένα ωραίο καλοτάξιδο και γερό σκαρί. Πολλές χαρές και αγωνίες μας είχε χαρίσει πηγαίνοντας μαζί της για ψάρεμα με δίχτυα παραγάδια τραβώντας καθετί ή μπρακαρόλα για χταπόδια. Μια φορά σηκώνοντας το παραγάδι μια μεγάλη φώκια μας έτρωγε τα ψάρια και ήταν δύο μέτρα κοντά μας. Την φοβερίσαμε να φύγει αλλά εκείνη μας κοίταξε άγρια και ήταν σαν να μας έλεγε εσείς τι θέλετε στα δικά μου χωράφια.
Αρκετές φορές ο καιρός φρεσκάριζε μα η βάρκα μας παιχνιδιάρα με τα κύματα ταξίδευε και με ασφάλεια μας γύριζε στο λιμάνι μας. “Άγιος Νικόλαος” ήταν το όνομα της και ήταν ένα ξεχωριστό στολίδι ανάμεσα στις άλλες βάρκες. Όμως εκείνη η μεγάλη κακοκαιρία που χάλασε το λιμάνι μας έπληξε και την δική μας βάρκα, τη βούλιαξε και την τράνταξε με αποτέλεσμα να την ανοίξει σε πολλά σημεία. Έτσι πληγωμένη την βγάλαμε στη στεριά και με την ελπίδα ότι ίσως την επισκευάσουμε. 

 
Μετά από λίγο διάστημα για οικογενειακούς λόγους υποχρεώθηκα και έμενα στην Αθήνα. Ήταν Χριστούγεννα που με πήρε τηλέφωνο ο ξάδελφός μου και μου είπε ότι την βάρκα την έδωσε σε ένα σύμβουλο του Δήμου Γαλατσίου και ήδη την έχουν στολίσει και είναι στη λεωφόρο Τραλλέων και Βεϊκου στο Γαλάτσι, ένα χιλιόμετρο μακριά από εκεί που έμενα. Ένα απόγευμα με τα πόδια και φορτισμένος με μεγάλη συγκίνηση πήγα να τη δώ. Την αντίκρισα στο πεζοδρόμιο επί της λεωφόρου Βεΐκου με εκατοντάδες ανθρώπων να τη βλέπουν και να τη φωτογραφίζουν. Kαι αυτή στολισμένη με πολλά πολύχρωμα φωτάκια να αναβοσβήνουν σε πολλά χρώματα. Έφτασα κοντά της και μου φάνηκε έξω από τα νερά της, αξιολύπητη και σαν να μου έλεγε: «Εγώ, μια βάρκα περήφανη και ταξιδιάρικη που όργωνα τη θάλασσα και τώρα μακριά της να γίνομαι δημόσιο θέαμα, όπως το λιοντάρι στο κλουβί μακριά από το φυσικό του περιβάλλον».
Με αίσθημα ενοχής και με ένα δάκρυ να κυλάει από το πρόσωπο μου έκανα μεταβολή. Θυμήθηκα τον επαγγελματία ψαρά πατέρα μου που αγαπούσε και πρόσεχε τις βάρκες του που με αυτές ζούσε και έτρεφε την οικογένειά του. Μια βάρκα την εποχή εκείνη έκανε  10.000 δρχ., όσο ένα οικόπεδο και ακριβότερα. Μια βάρκα του, ο “Μανωλάκης”, μετά από κακοκαιρία τσακίστηκε σε άγρια βράχια και τον πατέρα μου να έχει άγιο που σώθηκε. Μια άλλη, η “Ιακωβίνα γέρασε και σάπιζε και ο πατέρας μου της έβαλε φωτιά και όταν τον ρώτησα μου είπε ότι δεν μπορούσε να την βλέπει να καταντάει ερείπιο και φωλιά διαφόρων τρωκτικών. Έτσι υπερήφανη και όμορφη ήθελε να την θυμάται. Τότε δεν μπόρεσα να τον δικαιολογήσω. Τώρα μπορώ! Μακάρι να μη πήγαινα Τραλλέων και Βεΐκου να δώ τη βάρκα μας!.          
Μανώλης Βιλαντώνης     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου